Τετάρτη, Φεβρουάριος 14, 2007
Κυριακή, Φεβρουάριος 11, 2007
περί διαφθοράς και διαφάνειας
Κατά τη Διεθνή Τράπεζα διαφθορά είναι η κατάχρηση δημόσιου αξιώματος για ιδιωτικό όφελος (οικονομικό, πολιτικό, κομματικό). Στη χώρα μας όπως προκύπτει από καταγγελίες πολιτών προβλήματα διαφθοράς εντοπίζονται στον πολεοδομικό τομέα και στα τεχνικά έργα ή δευτερευόντως στην Υγεία (προμήθειες). Σε αυτά όμως προστίθεται η κακοδιοίκηση και η αδιαφάνεια της κρατικής λειτουργίας -που συχνά ταυτίζεται από τους πολίτες με τη διαφθορά.
Οι παράγοντες που την ενισχύουν δεν είναι όμως λίγοι ή σε κάθε περίπτωση δεν είναι αμελητέα η σοβαρότητά τους. Έτσι, η έλλειψη των κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου και η απουσία διαφάνειας στις αποφάσεις είναι τα κυριότερα αίτιά της. Παράλληλα, η μεγάλη γραφειοκρατία και η ανεξέλεγκτη και υπερβολική εξουσία των αρμοδίων υπαλλήλων ενισχύουν την τάση για διαφθορά. Τέλος, η απουσία προληπτικών ελέγχων, αλλά και η δικαστική ανεπάρκεια με τις μακρόχρονες και αμφισβητήσιμες διαδικασίες της (παραγραφή αδικημάτων, ψυχοφθόρα διαδικασία, ασύμφορη οικονομικά για τον πολίτη). Χωρίς να υποστηρίζουμε ότι ο πολίτης είναι άμοιρος ευθυνών -αφού ενισχύει εκούσια ένα σύστημα το οποίο και καταγγέλλει- οι ευθύνες τούτες πρέπει να καταλογιστούν στην ίδια τη διοικητική λειτουργία. Το ίδιο το οικονομικό σύστημα που επιβάλλει δια μέσου της ελεύθερης αγοράς ένα ιδιότυπο κανιβαλισμό υποχρεώνει τον πολίτη να καταφεύγει σε ανάλογες μεθόδους. Εξάλλου, η διαφθορά παρατηρείται είτε στα ανώτερα κλιμάκια είτε στα χαμηλότατα, εννοώντας τις μεγάλες δημόσιες προμήθειες και τη σύνταξη νόμων ή αλλοίωσή τους (μέσω τροπολογιών) ή την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων προς όφελος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Όταν η κοινωνία ζει στην παραοικονομία και την κοινωνική ζούγκλα, όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις τρώνε τις μικρές, όταν η πολιτική αρχή και η ανώτερη διοικητική γραφειοκρατία διαφθείρονται, πώς μπορεί ο πολίτης να διαφοροποιηθεί; Από την άλλη, η ατιμωρησία δημοσίων υπαλλήλων τόσο ποινικά όσο και πειθαρχικά έχει απογοητεύσει τους πολίτες και τους αποθαρρύνει να προβαίνουν σε καταγγελίες.
Όλα αυτά τα φαινόμενα κλονίζουν τους θεσμούς διοίκησης και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς που θεωρούν ότι μόνο με πλάγια μέσα μπορούν να ξεπεράσουν τα γραφειοκρατικά προβλήματα. Οι πολίτες θεωρούν ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να επιβιώσουν ή να γλιτώσουν μια δοκιμασία γραφειοκρατική που μόνο τους ταλαιπωρεί. Μια άλλη σημαντική συνέπεια είναι η διάχυτη δυσλειτουργία του Κράτους, η γραφειοκρατική αναποτελεσματικότητά του και η ενίσχυση της κακοδιοίκησης με ρουσφετολογικές προσλήψεις, με την ανεπαρκή εκπαίδευση των υπαλλήλων του Κράτους, με τη μη αξιοκρατική επιλογή προσωπικού κλπ. Συχνά μάλιστα στην προσπάθεια να επιλυθεί το πρόβλημα της διαφθοράς ή να νομιμοποιηθούν παγιωμένες πια καταστάσεις, φτάνει στο σημείο το Κράτος να νομοθετεί εκ νέου, προσθέτοντας κι άλλο βραχνά στο περίπλοκο νομικό σύστημα και κάνοντας τον διοικητικό μηχανισμό ακόμα πιο δύσχρηστο και πιο γραφειοκρατικό.
Μπροστά στην ευρωπαϊκή προοπτική και με τις στατιστικές να μας δείχνουν στην πρώτη σχεδόν θέση της ευρωπαϊκής διαφθοράς, πολλοί αρχίζουν να συζητούν για λύσεις. Ήδη γνωρίζουμε κάποιες ανεξάρτητες αρχές, που λογοδοτούν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο χωρίς να ελέγχονται από την εκάστοτε κυβέρνηση και οι οποίες έχουν κατακτήσει την αξιοπιστία τους στη συνείδησή μας (Συνήγορος του Πολίτη, Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Επιθεώρηση Δημόσιας Διοίκησης κλπ), και κάποιους άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς που ολοένα και περισσότερο γίνονται γνωστοί στο ευρύτερο κοινό (Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης κλπ). Ωστόσο, φαίνεται ότι και αυτοί δεν έχουν ακόμα πετύχει το στόχο τους.
Έτσι προτείνονται επιπρόσθετοι τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου. Θεωρείται ότι η απλούστευση της νομοθεσίας και η επαφή των πολιτών με αυτήν (από τη σχολική ηλικία ακόμα) θα αποδώσουν σημαντικά οφέλη, καθώς ο πολίτης θα γνωρίζει πώς να κινείται στις υπηρεσίες και θα εκπαιδευτεί να αποφεύγει την παθητική ανοχή φαινομένων διαφθοράς αντιλαμβανόμενος τις βλάβες που προκαλεί στην κοινωνία την ίδια. Ακόμα οι ίδιες οι υπηρεσίες μέσω μιας απλούστερης νομοθεσίας θα μπορούν ευκολότερα να τον εξυπηρετούν. Χρειάζεται μία αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και μία απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών που σταδιακά θα οδηγήσει στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη διαφάνεια της δράσης των κρατικών οργάνων.
Στην εποχή του διαδικτύου παρατηρούμε ότι συχνά οι υπηρεσίες δεν επικοινωνούν καν μεταξύ τους. Οι φορείς του ίδιου Κράτους -πόσο μάλλον της τοπικής αυτοδιοίκησης- είναι αποξενωμένες ηλεκτρονικά μεταξύ τους με αποτέλεσμα πολύ συχνά να απαιτούνται από πολίτες πληθώρα βεβαιώσεων που απλά μεταφέρονται από το ένα γραφείο στο άλλο ή από τη μια υπηρεσία στην άλλη. Θα ήταν τόσο εύκολο μέσα από ένα ηλεκτρονικό σύστημα και με μόλις μία επίσκεψή του ο πολίτης να διεκπεραιώνει μια σειρά υποθέσεών του. Έτσι, στη λογική αυτή φαίνεται ότι τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) καλύπτουν ένα μεγάλο κενό της κρατικής διοίκησης και αποδείχθηκε ένας θεσμός ιδιαίτερα αγαπητός στους πολίτες που χρειάζεται όμως άμεση επέκταση.
Από την άλλη, με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα ο πολίτης έχει δυνητικά τη δυνατότητα να ενημερώνεται άμεσα από τις κρατικές υπηρεσίες, του παρέχεται δηλαδή πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία. Ωστόσο, ακόμα το διαδίκτυο και η σύνδεση των υπηρεσιών δεν έχει φτάσει σε ένα αξιόλογο επίπεδο πληροφόρησης. Αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο ΟΤΑ Α΄ και Β΄Βαθμού να μην έχουν ιστοσελίδες οργανωμένες, όπως επίσης και κρατικοί φορείς. Σε αυτό το ζήτημα μπορούμε να προσθέσουμε και το νεοελληνικό ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό, καθώς στις μέσες και ανώτερες ηλικίες σπάνια κάποιος έχει τη δυνατότητα να πλοηγηθεί στο διαδίκτυο και μέσω αυτού να έλθει σε επαφή με ένα υπουργείο ή άλλο κρατικό φορέα, ενώ οι νεότεροι συχνά σερφάρουν στον κυβερνοχώρο με στόχο της μεταξύ τους επικοινωνία ή για παιχνίδι.
Κύριο χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω προτάσεων είναι η διαφάνεια στη διοίκηση. Η διαφάνεια αποτελώντας έναν από τους πυλώνες της καλής διακυβέρνησης στηρίζεται άμεσα στην πληροφόρηση που είναι και η πηγή της καλής σχέσης των πολιτών με τον κρατικό διοικητικό μηχανισμό, την κυβέρνησή του ή την αποκεντρωμένη διοίκηση. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι η διαφάνεια αποτελεί στοιχείο όλων των δημοκρατικών συστημάτων και μπορεί να υπάρχει μόνο με την πληροφόρηση του κοινού και με την πρόσβασή του σε όλες τις αποφάσεις (κυβερνητικές και αυτοδιοικητικές) με δυνατότητα συμμετοχής του στη λήψη τους ή έκφρασης λόγου και όχι ερήμην του. Κλειστές συνεδριάσεις ή μη ανακοινώσιμες συνεδριάσεις έχει αποδειχθεί ότι οδηγούν τον πολίτη στη λογική ότι κάτι "παίζεται" ερήμην του.
Έτσι, η πάταξη της διαφθοράς και η πίεση για διαφάνεια απαιτούν ένα κοινό καλά ενημερωμένο προκειμένου να μπορεί να κρίνει και την αποτελεσματικότητά τους. Μια υπηρεσία είναι σε θέση να λογοδοτήσει στον πολίτη μόνο όταν εργάζεται σωστά και απαντά με υπεύθυνο τρόπο. Μόνο όταν ο πολίτης θα έχει άμεση πρόσβαση στην πληροφορία και τη νομοθεσία θα έχει τη δυνατότητα να ξεφύγει από τις πιέσεις διαφθοράς και η εργασία του θα γίνεται πιο εύκολα. Έτσι είναι αναγκαία η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα στο δημόσιο και τον πολίτη με τίμια και ειλικρινή επικοινωνία και βεβαίως ευγενική συμπεριφορά. Χρειάζεται, επίσης, κατάρτιση κι εκπαίδευση των υπαλλήλων και των αιρετών σχετικά με τον ισχύον καθεστώς και συνεχής αξιολόγηση των απόψεων της κοινής γνώμης και διάδοση των αποτελεσμάτων της στο κοινό (στατιστικές, ετήσιες εκθέσεις και συνεδριάσεις, μελέτες κλπ).
Σάββατο, Φεβρουάριος 03, 2007
Με επιτυχία διοργανώθηκε η εκδήλωση
Παρούσα δήλωσε σύσσωμη η δημοτική αρχή της Σταυρούπολης, ο δήμαρχος Πολίχνης, ο πρώην δήμαρχος Κορώνειας, ο βουλευτής Γιάννης Μαγκριώτης και εκπρόσωποι συλλόγων μεταναστών (Νιγηριανής Ομοσπονδίας, Ελληνοαλβανικούσυνδέσμου, ομογενείς από της ΕΣΣΔ κ.ά.).
Περιλήψεις εισηγήσεων της εκδήλωσης μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω.
Όψεις μιας μετέωρης μεταναστευτικής πολιτικής
Διοικώντας την μετα-εθνική ιθαγένεια
Όψεις μιας μετέωρης μεταναστευτικής πολιτικής
Περί «αλλοδαπών» και «ομογενών»: Όψεις μιας μετέωρης μεταναστευτικής πολιτικής
Η ελληνική πολιτική έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανής και απέναντι στο φαινόμενο της εισροής μεταναστών στην χώρα. Ο Ν. 1975/1991 έθεσε για πρώτη φορά τους όρους νομιμότητας για τα βασικά ζητήματα εισόδου, διαμονής και εργασίας για το σύνολο των μεταναστών. Ξανά το 1997 υιοθετήθηκαν ειδικοί όροι για την νομιμότητα διαμονής και εργασίας με στόχο την ομαλοποίηση της μετανάστευσης και την μείωση των ποσοστών παρανομίας, καθώς είχε γίνει σαφές ότι η νομιμότητα αποτελεί το κατώφλι για την κοινωνική ένταξη και την μείωση της περιθωριοποίησης και της συναφούς εγκληματικότητας. Η εφαρμογή διαδικασίας νομιμοποίησης των αλλοδαπών μεταναστών, των μη «ομογενών», άρχισε το 1998 (σύμφωνα με τα Πρ. Διατάγματα 358 και 359/1997) και κάλυψε ένα μεγάλο ποσοστό, όχι όμως ικανοποιητικό του συνόλου των αλλοδαπών. Αντίθετα, οι «ομογενείς» ή «παλιννοστούντες» έτυχαν μιας προνομιακής, αν και χαοτικής, πολιτικής απόδοσης ιθαγένειας. Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό, μεγαλύτερη ευελιξία και μείωση της γραφειοκρατίας στις διαδικασίας «γέννησε» τον Ν. 2910/2001, ο οποίος αναθεωρήθηκε το 2002 (Ν. 3013/2002), ύστερα από παρέμβαση αρμόδιων φορέων και κυρίως του Συνηγόρου του Πολίτη για τις ασάφειες και τα κενά που είχε. Τα νομοτεχνικά προβλήματα όμως παρέμειναν, και κυρίως χωρίς να έχει χαραχτεί ξεκάθαρη μεταναστευτική πολιτική. Ύστερα από πιέσεις των ενδιαφερόμενων φορέων, υιοθετήθηκε ο Ν. 3386/2005 με τον οποίο ορίζεται η τρίτη φάση νομιμοποίησης των μεταναστών. Παράλληλα «νοικοκυρεύτηκε» ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας, χωρίς όμως θεαματικές βελτιώσεις στο περιεχόμενο, καθώς η μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας παραμένει χωρίς συγκροτημένη στόχευση και προσανατολισμό.
Γενικά, τα ελλείμματα της μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και τις εφαρμογής της, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ζήτημα της ιθαγένειας μπορούν να συνοψιστούν ως εξής[1]:
· Οι δυσκολίες και οι περιορισμοί στην εφαρμογή των δικαιωμάτων των μεταναστών (πχ οικογενειακή συνένωση)
· Η καταχρηστική και ανεξέλεγκτη διαδικασία της διοικητικής απέλασης
· Η απαξιωτική αντιμετώπιση των μεταναστών από την αστυνομία και γενικότερα τη δημόσια διοίκηση
· Η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας γίνεται με ιδιαίτερα περιοριστικούς όρους με βάση το δίκαιο του αίματος
· Η πλημμελής προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων
· Η απουσία διαλόγου και διαδικασιών συμμετοχής των αλλοδαπών στην λήψη αποφάσεων που τους αφορούν
· Η απουσία θεσμικής συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες (πχ δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης)
· Η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας γίνεται συχνά με ιδεολογικά κριτήρια μη νομικά ελέγξιμα
· Δεν υπάρχει πρόνοια ρύθμισης του καθεστώτος των μεταναστών δεύτερης γενιάς, όχι μόνο ως προς το ζήτημα της άδειας παραμονής, αλλά κυρίως ως προς την απόκτηση ιθαγένειας.
· Διαφοροποίηση των αλλοδαποί μεταξύ «ομογενών» και «αλλογενών» με προνομιακή αντιμετώπιση των πρώτων.
· Μη προσδιορισμός στόχων και περιεχομένου των πολιτικών «ενσωμάτωσης» και «ένταξης».
· Οι αναποτελεσματικές εγγυήσεις αναφορικά με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων στην υγεία, παιδεία και κατοικία
Καθώς η εθνική ιδεολογία εμφανίζεται ως ο καμβάς επί του οποίου το δίκαιο διαμορφώνεται σε συνάρτηση με την ιστορική συγκυρία, η διάκριση των αλλοδαπών σε αλλογενείς και ομογενείς δομείται στη βάση της πλεονεκτικής μεταχείρισης των τελευταίων και αποτελεί ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα της επιβολής της ιδεολογίας επί του δικαίου. Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο εγγράφεται η αντίληψη σχετικά με την ετερότητα με τους αλλοδαπούς στην Ελλάδα[2], την μαζική μετανάστευση που γνώρισε η Ελλάδα από το 1990 και η οποία επικάθεται έκτοτε στην ιστορική παρουσία μειονοτικών ομάδων. Σήμερα, περίπου το ένα δέκατο του πληθυσμού της χώρας διαφοροποιείται γλωσσικά, εθνικά και θρησκευτικά, συχνά χωρίς να έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Απέναντι σε αυτό το «νέο πρόβλημα», το δίκαιο κράτησε μια ιδιαίτερα συντηρητική στάση αναπαράγοντας ιδεολογικά στερεότυπα. Οι αρμόδιες κρατικές αρχές, αλλά κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση πολιτικών κοινωνικής ένταξης και εξαλείψεις μορφών αποκλεισμού στο πεδίο, εκεί που δοκιμάζεται καθημερινά η αξίες της δημοκρατίας. Μια νέα αντίληψη αναφορικά με την αντιμετώπιση της εθνογλωσσικής ετερότητας, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια πρέπει αναπτυχθεί και να μετασχηματιστεί σε δίκαιο, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη του τις σχέσεις των ανθρώπων με τον τόπο (jus soli) στον οποίο πλέον ζουν και όχι τους δεσμούς αίματος (jus sanguinis) με το «κυρίαρχο έθνος». Το δίκαιο, έτσι, θα μπορούσε να συμβάλει στην ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων, της περιθωριοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού. Διαφορετικά, η εθνογλωσσική ή θρησκευτική διαφορά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο οικονομικών και κοινωνικών ανταγωνισμών. Η γκετοποίηση με βάση τέτοιες διαφοροποιήσεις αναμφίβολα αποτελεί εξ αρχής υπονόμευση κάθε προσπάθειας για τη οικοδόμηση κοινωνικής δικαιοσύνης ή έστω μιας φιλελεύθερης ειρηνικής συνύπαρξης.
[1] Βλ. αναλυτικά, Ά. Τριανταφυλλίδου, Ελληνική μεταναστευτική πολιτική: Προβλήματα και κατευθύνσεις, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενα πολιτικής Νο 6, Αθήνα 2005, Μ. Παύλου και Δ. Χριστόπουλος (επιμ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Κριτική/ΚΕΜΟ, Αθήνα 2004. Επίσης στο Ευρωπαϊκός Διάλογος για τη Μετανάστευση www.hlhr.gr
[2] Λ. Βεντούρα, Μετανάστευση και έθνος, Μνήμων, Αθήνα 1994, σ. 89.
Διοικώντας την μετα-εθνική ιθαγένεια
Διοικώντας την μετα-εθνική ιθαγένεια
(Παναγιώτη Δ. Ζαρίφη, νομικός, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και εργάζεται ως στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών)
Η ιθαγένεια, ως νομικός δεσμός του προσώπου προς μία συγκεκριμένη κρατική οντότητα, αποτελεί πολύ κρίσιμη έννοια στην συγκρότηση των εννόμων τάξεων. Παρά το γεγονός ότι η ακριβής νοηματοδότηση της έννοιας του ανήκειν σε μία πολιτεία έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις μέσα στον χρόνο, ο εννοιολογικός πυρήνας της παραμένει αξιοσημείωτα αναλλοίωτος.
Σήμαινε πάντα ότι το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται πολίτης α) χαίρει ιδιαίτερης προστασίας από την έννομη τάξη της πολιτείας, της οποίας είναι μέλος, ιδίως σε σχέση με άλλες πολιτείες και β) έχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις προς την πολιτεία, όπως η φοροδοσία ή η υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας.
Με την εξέλιξη και διεύρυνση των δικαιωμάτων, ο υπήκοος γίνεται πολίτης, μπορεί δηλαδή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να είναι μέλος του σώματος που ονομάζουμε «λαό» υπό στενή έννοια, του βασικού οργάνου αποφάσεων στην δημοκρατία.
Η ιθαγένεια είναι στην πραγματικότητα η μήτρα όλων των δικαιωμάτων: των ατομικών, των πολιτικών, των κοινωνικών. Αλλά, μέχρι τουλάχιστον τον Μεσοπόλεμο, δεν αντιμετωπιζόταν η ίδια ως δικαίωμα. Αρχικά στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών και αργότερα στο πλαίσιο του ΟΗΕ η ιθαγένεια γίνεται θεμελιώδες δικαίωμα και υπογράφεται σειρά ολόκληρη συμβάσεων που την αφορούν.
Βάση απονομής της ιθαγένειας στην χώρα μας αποτελεί η εξ αίματος συγγενική σχέση με άλλα πρόσωπα που την έχουν, δηλαδή κυριαρχεί η αρχή του δικαίου του αίματος. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία: αρχικά συμβόλιζε την στροφή από το (ορθόδοξο) Γένος στο ελληνικό Έθνος, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε στην συγκρότηση της Μεγάλης Ιδέας.
Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επεκτάσεις των εδαφικών ορίων της χώρας. Ο συγκερασμός της βασικής αρχής του δικαίου του αίματος με την πραγματικότητα της εισδοχής εκατομμυρίων νέων πολιτών οδήγησε σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο διαπίστωσης και απονομής της ιθαγένειας, βασισμένο κυρίως σε πολυμερείς και διμερείς διεθνείς συνθήκες. Παράλληλα, η κυρίαρχη επιλογή υπέρ ενός «φυλετικά καθαρού» έθνους δημιούργησε προβλήματα με τον χειρισμό των υφισταμένων, κυρίως πολιτιστικών και γλωσσικών, αλλά και εθνικών μειονοτήτων.
Παράλληλα, στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, η ιθαγένεια (δηλαδή η μαζική αφαίρεσή της, ακόμη και από νήπια) χρησιμοποιήθηκε ως ένα ακόμη όπλο ενός φοβικού κράτους, που έβλεπε παντού εχθρούς.
Με αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις είναι φυσικό η υπηρεσία που διαχειριζόταν την διαπίστωση, αλλά και την απόδοση της ιθαγένειας, να έχει εξελιχθεί μέσα από φοβερές αγκυλώσεις ως ένας άκαμπτος και συχνά ανορθολογικός θεματοφύλακας της εθνικής καθαρότητας. Παράλληλα η δυσκολία του εξειδικευμένου διοικητικού αντικειμένου και η υποστελέχωση μετέτρεψαν την υπηρεσία σε ένα ιδιότυπο «κολαστήριο» υπαλλήλων, οι οποίοι παρέμεναν καθηλωμένοι υπηρεσιακά, ανάμεσα σε τεράστιους σωρούς φακέλων και ενώπιον εξοργισμένων αιτούντων.
Στην τρέχουσα συγκυρία, τόσο το δόγμα όσο και η διοικητική οργάνωση απόδοσης της ιθαγένειας στην Ελλάδα έχουν προ πολλού εκμετρήσει το ζην…
Η ιθαγένεια αρχίζει σιγά - σιγά να αποδεσμεύεται από την εθνικότητα, και αυτό είναι ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης: η κινητικότητα των ανθρώπινων πληθυσμών έχει αυξηθεί δραματικά και η χώρα μας φιλοξενεί έναν από τους μεγαλύτερους αναλογικά πληθυσμούς μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα η ενεργοποίηση της λεγόμενης ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέλιξη της νομικής φύσης της ιθαγένειας από σχέση ρυθμιζόμενη αποκλειστικά από την κυρίαρχη κρατική βούληση σε διεθνώς προστατευόμενο ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά και η αναμφισβήτητη δημογραφική γήρανση του Ελληνικού πληθυσμού θέτουν έμπρακτα την Διοίκηση ενώπιον του ζητήματος της μετα-εθνικής ιθαγένειας.
Τα προηγούμενα χρόνια, παρά την σοβαρότατη τομή που επετεύχθη στο δίκαιο της ιθαγένειας με την αποκατάσταση των πολιτικών προσφύγων, την κατάργηση του περίφημου άρθρου 19, αλλά και την αποκέντρωση στις 13 Περιφέρειες κάποιων αρμοδιοτήτων, ριζικές τομές δεν έγιναν. Προφανώς δεν κατέστη αντιληπτή η στροφή και οι αναγκαιότητες των καιρών.
Δεν αντιληφθήκαμε ότι οι μετανάστες ήρθαν εδώ για να μείνουν και ότι , αν δεν ενσωματωθούν, αυτοί και τα παιδιά τους, στην πολιτική κοινωνία, θα έρθουμε αντιμέτωποι με βαθύτατες ρήξεις του κοινωνικού σώματος, περιθωριοποίηση και ένα πολύ πιο οξύ «μειονοτικό».
Αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις και τις αναγκαιότητες αυτές θα πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά
· Την αποστασιοποίηση από την απόλυτη κυριαρχία του δικαίου του αίματος με την εισαγωγή σε μεγαλύτερο βαθμό αρχών από το δίκαιο του τόπου γέννησης, που θα χωράει τους μετανάστες και τους κατιόντες τους.
· Την ανάπτυξη συστηματικών και πολυεπίπεδων ενεργών πολιτικών ενσωμάτωσης και ιθαγένειας, δεδομένου ότι οι ομάδες – στόχοι προέρχονται από γειτονικές χώρες, με αναδυόμενους μεγαλοϊδεατικούς εθνικισμούς.
· Την πρόβλεψη κάποιων μέτρων μετριασμού της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών στην πολιτογράφηση.
· Την εισαγωγή μέτρων διαφάνειας και περιορισμού της αυθαιρεσίας στις διαδικασίες πολιτογράφησης και την διάρκειά τους.
· Την στελεχιακή ενίσχυση και εκπαίδευση των υπαλλήλων στο ούτως ή άλλως πολύπλοκο θεσμικό πλαίσιο, με παράλληλη στήριξη πληροφοριακών δομών και δικτύωσης.
· Την συσχέτιση της ιδιότητας του «επί μακρόν διαμένοντος» με την διαδικασία της πολιτογράφησης, ώστε να υπάρχει ένα ελάχιστο αποδείξιμο επίπεδο ένταξης στην κοινωνική ζωή της χώρας.
· Την υιοθέτηση πανηγυρικών τύπων και γενικότερα σοβαρότητας στις διαδικασίες της πολιτογράφησης, ώστε να δημιουργείται συνείδηση.
Εννοείται ότι οι μετανάστες που ζουν στην χώρα μας δεν μπορούμε να απαιτούμε να γίνουν κοινωνοί του συνόλου των αξιών που συγκροτούν την ελληνική ταυτότητα. Έτσι δεν είναι παραδεκτό να τους κρίνουμε βάσει του πόσο …μοιάζουν με Έλληνες. Από την άλλη, η πολύ-πολιτισμική «βίβλος» και η «νέα» ιστοριογραφία, όντας κατ’ εξοχήν θεωρητικά όπλα για τον (ταξικό) κατακερματισμό της κοινωνίας, εν ονόματι της διατήρησης των …πολιτιστικών διαφορών, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
Οι νέοι συμπολίτες μας πρέπει να διευκολυνθούν, εφ’ όσον αποδεδειγμένα το επιθυμούν, να γίνουν ολοκληρωμένα και ενεργά μέλη της κοινωνίας και της πολιτείας μας. Ο βαθμός στον οποίο θα μετάσχουν και «της ημετέρας παιδείας», πρέπει να θυμόμαστε, εξαρτάται από μας!
Το «ρίζωμα στον τόπο»
Το «ρίζωμα στον τόπο»: Ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ένωση στη Δυτική Θεσσαλονίκη.
(Γαρυφαλλιά Κατσαβουνίδου, Παρασκευή Κούρτη, αρχιτέκτονες).
Περίληψη:
Η πρόσφατη, από το 1991 και μετά, μετανάστευση χιλιάδων ανθρώπων από τα Βαλκάνια και την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα είναι μια σημαντική κοινωνική παράμετρος που αναπόφευκτα επηρεάζει (και) τον αστικό χώρο. Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, ένα ιδιαίτερο γνώρισμα φαίνεται ότι είναι η σύσταση του μεταναστευτικού πληθυσμού που έχει εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή της. Ενώ στην πρωτεύουσα και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις η πολυπληθέστερη μεταναστευτική ομάδα είναι η αλβανική, στη Θεσσαλονίκη το 62% των μεταναστών που την κατοικούν, έχουν έρθει από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και μόλις το 31% από την Αλβανία[1]. Στους μετανάστες από την πρώην Σοβιετική Ένωση συμπεριλαμβάνονται οι ομογενείς, δηλ. άτομα με ελληνική εθνική καταγωγή, που αυτοπροσδιορίζονται ως Πόντιοι. Η ύπαρξη δεσμών κοινότητας των νεοφερμένων με τους ντόπιους Πόντιους, απογόνους των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, ήταν πιθανότατα ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στη συγκέντρωσή τους στην πόλη. Ήδη το 2000 καταγράφονται στη Θεσσαλονίκη εντυπωσιακοί αριθμοί ομογενών μεταναστών: 51.000, ο ένας στους τρεις που έχουν έρθει στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί στο νομό Θεσσαλονίκης, κι από αυτούς οι 43.000 στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης[2].
Η έρευνα πεδίου στις περιοχές κατοικίας ομογενών μεταναστών από την πρώην Σοβιετική Ένωση στη Δυτική Θεσσαλονίκη πραγματοποιήθηκε από τις γράφουσες στα πλαίσια Ομάδας Εργασίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας / Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας με θέμα «Αρχιτεκτονικοί και πολεοδομικοί μετασχηματισμοί στη Θεσσαλονίκη λόγω του φαινομένου της μετανάστευσης». Η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης φαίνεται να υπαγορεύεται για τους ομογενείς – όπως και για τους υπόλοιπους έλληνες – από το αίσθημα κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας. Γίνεται δε επιτακτικότερη όταν απαντά σε βασικές φυσιολογικές και ψυχολογικές ανάγκες όπως αυτή του «ριζώματος» στον τόπο. Υπό αυτές τις συνθήκες και κυρίως με την χορήγηση των στεγαστικών δανείων με ευνοϊκούς όρους από την Πολιτεία, ένας μεγάλος αριθμός ομογενών άρχισε, τα τελευταία χρόνια, να αναζητά κατοικίες σε περιοχές της Θεσσαλονίκης με χαμηλές αξίες γης. Τέτοιες περιοχές βρίσκονται κατά κύριο λόγο στους δυτικούς δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος.
Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα περιοχών κατοικίας των ομογενών είναι η Νικόπολη Σταυρούπολης και η Ευξεινούπολη στα διοικητικά όρια της Νέας Ευκαρπίας, που αντιπροσωπεύουν τα δύο «μοντέλα» κατοίκησης των μεταναστών, το «νόμιμο» και το «αυθαίρετο» αντίστοιχα. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι και τα δυο λειτούργησαν για να καλύψουν τις πιεστικές ανάγκες για στέγη ενός μεγάλου πληθυσμού όπως δεκαετίες πριν οι ίδιοι μηχανισμοί (ανοικοδόμηση μέσω αντιπαροχής και αυθαίρετη δόμηση) παρήγαγαν λαϊκή στέγη για τους ανθρώπους της υπαίθρου που έφτασαν στην πόλη με το μεγάλο κύμα της αστυφιλίας. Η Νικόπολη είναι μια περιοχή επέκτασης ανοικοδομημένη με όλα τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ελληνικής πόλης, που εξασφαλίζει τα κοινά αποδεκτά πρότυπα κατοίκησης (αντισεισμική κατασκευή, επαρκής φωτισμός και αερισμός, βασικές τεχνικές υποδομές). Η ραγδαία ανοικοδόμησή της καθώς και η συγκέντρωση σε αυτή μεγάλου αριθμού ομογενών (εκτιμάται ότι οι ομογενείς από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ αποτελούν το 70% του συνόλου των κατοίκων της Νικόπολης) φαίνεται να προκύπτει από την συγχρονία διαφόρων γεγονότων όπως η εφαρμογή του μηχανισμού του Κοινωνικού Συντελεστή που είχε αποτέλεσμα την υπερπροσφορά νεόδμητων διαμερισμάτων, η εκ των προτέρων δυσμενής θέση της περιοχής σε σχέση με τον υπόλοιπο αστικό ιστό (που την καθιστούσε μη επιθυμητό τόπο εγκατάστασης για τους γηγενείς) καθώς και οι ευνοϊκές συνθήκες δανεισμού των ομογενών από το ελληνικό κράτος. Η Ευξεινούπολη, από την άλλη, είναι ένας χώρος κατοίκησης που έχει εγκαθιδρυθεί παράτυπα, σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως βιομηχανική ζώνη, και ανοικοδομηθεί χωρίς άδειες δόμησης. Παρ’ όλα αυτά, ακολουθεί ως προς τα μεμονωμένα κτίσματα (δηλ. τις κατοικίες) τις αρχιτεκτονικές μορφές και τους τρόπους δόμησης της γειτονικής «νόμιμης» πόλης. Κατ’ αντιστοιχία, τα ιδιαίτερα προβλήματα της έντονης περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της ανεξέλεγκτης, ίσως και μη ασφαλούς, δόμησης, της έλλειψης ακόμη και των βασικών τεχνικών υποδομών, δεν διαφέρουν από πολλές απρογραμμάτιστα ανοικοδομημένες εκτάσεις και παλιότερους αυθαίρετους οικισμούς, για τους οποίους εκ των υστέρων απαιτούνται τεράστιες δαπάνες για να γίνουν βιώσιμες. Σημειώνεται ότι οι κάτοικοί της Ευξεινούπολης είναι όλοι ομογενείς από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ.
[1] Τα στοιχεία αφορούν το Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης και προκύπτουν από επεξεργασία δεδομένων για τους ξένους μετανάστες από την απογραφή της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας (Ε.Σ.Υ.Ε.) το 2001 και για τους ομογενείς μετανάστες («παλιννοστούντες») από την απογραφή που πραγματοποίησε η Γενική Γραμματεία Παλιννοστούντων Ομογενών το 2000. Βλ. περισσότερα, «Αρχιτεκτονικοί και πολεοδομικοί μετασχηματισμοί στη Θεσσαλονίκη λόγω του φαινομένου της μετανάστευσης», Ομάδα Εργασίας ΤΕΕ/ΤΚΜ, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2000.
[2] Από την απογραφή που πραγματοποίησε η Γενική Γραμματεία Παλιννοστούντων Ομογενών το 2000 και δημοσιεύτηκε στο: Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, Γενική Γραμματεία Παλιννοστούντων Ομογενών, H εγκατάσταση των Παλιννοστούντων Ομογενών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ελλάδα κατά περιφέρεια, νομό, δήμο και οικισμό, Θεσσαλονίκη 2002.
